l'hébergement
hébergement
ebɛʁʒəmɑ̃
eberzhēmaa

Ορισμός και σημασία του "hébergement"στα γαλλικά

L'hébergement
01

διαμονή, φιλοξενία

le fait de fournir un endroit loger ou dormir temporairement 
l'hébergement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hébergements
Παραδείγματα
L'hôtel offre un hébergement confortable pour les touristes. 

Το ξενοδοχείο προσφέρει άνετη διαμονή για τους τουρίστες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store