hypocrite
hy
i
i
poc
pɔk
pawk
rite
ʁit
rit

Ορισμός και σημασία του "hypocrite"στα γαλλικά

01

υποκριτικός, ψεύτικος

qui prétend avoir des qualités, des idées ou des sentiments qu'il n'a pas vraiment 
hypocrite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus hypocrite
συγκριτικός βαθμός
plus hypocrite
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
hypocrite
αρσενικό πληθυντικό
hypocrites
θηλυκό ενικό
hypocrite
θηλυκό πληθυντικό
hypocrites
Παραδείγματα
Il fait semblant d'être gentil, mais il est hypocrite. 

Προσποιείται ότι είναι ευγενικός, αλλά είναι υποκριτής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store