Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hospitaliser
01
νοσηλεύω, εξακολουθώ σε νοσοκομείο
mettre une personne à l'hôpital pour recevoir des soins
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
hospitalise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
hospitalisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
hospitaliserai
ενεστώτα μετοχή
hospitalisant
παθητική μετοχή
hospitalisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
hospitalisions
Παραδείγματα
L' hôpital a hospitalisé plusieurs personnes après l' incendie.
Το νοσοκομείο νόσησε αρκετά άτομα μετά την πυρκαγιά.



























