l'horoscope
horoscope
ɔʁɔskɔp
awrawskawp

Ορισμός και σημασία του "horoscope"στα γαλλικά

01

ωροσκόπιο, αστρολογική πρόβλεψη

la prédiction quotidienne ou régulière basée sur l'astrologie 
l'horoscope definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
horoscopes
Παραδείγματα
Elle lit son horoscope chaque matin. 

Διαβάζει το ωροσκόπιό της κάθε πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store