Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'horoscope
[gender: masculine]
01
ωροσκόπιο, αστρολογική πρόβλεψη
la prédiction quotidienne ou régulière basée sur l'astrologie
Παραδείγματα
Son horoscope lui conseille de rester prudent aujourd'hui.
Το ωροσκόπιο της της συμβουλεύει να παραμείνει προσεκτική σήμερα.



























