l'hormone
Pronunciation
/ɔʀmɔn/

Ορισμός και σημασία του "hormone"στα γαλλικά

01

ορμόνη, ρυθμιστική ουσία

substance chimique produite par le corps qui régule certaines fonctions biologiques
l'hormone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
hormones
Παραδείγματα
Les hormones sexuelles influencent le développement des caractères sexuels.
Οι σεξουαλικές ορμόνες επηρεάζουν την ανάπτυξη των σεξουαλικών χαρακτηριστικών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store