l'homme
homme
ɔm
awm
commesommepommegomme

Ορισμός και σημασία του "homme"στα γαλλικά

01

άνδρας, άνθρωπος

une personne adulte de sexe masculin 
l'homme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hommes
Παραδείγματα
L'homme marche dans la rue. 

Ο άνδρας περπατά στο δρόμο.

02

άνθρωπος, πρόσωπο

un être humain, sans distinction de sexe 
l'homme definition and meaning
Παραδείγματα
L'homme doit respecter la nature. 

Ο άνθρωπος πρέπει να σέβεται τη φύση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store