historique
Pronunciation
/istɔʀik/

Ορισμός και σημασία του "historique"στα γαλλικά

historique
01

ιστορικός, ιστορική

qui appartient au passé, très ancien et important
historique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
historique
αρσενικό πληθυντικό
historiques
θηλυκό ενικό
historique
θηλυκό πληθυντικό
historiques
Παραδείγματα
Elle aime se promener dans le quartier historique.
Της αρέσει να περπατάει στην ιστορική γειτονιά.
02

ιστορικός, ιστορικού είδους

relatif à la reconstitution ou au récit historique (genre artistique)
Παραδείγματα
Le spectacle utilise des décors historiques pour plus de réalisme.
Η παράσταση χρησιμοποιεί ιστορικά σκηνικά για περισσότερους ρεαλισμούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store