hiberner
Pronunciation
/ibɛʁnˈe/

Ορισμός και σημασία του "hiberner"στα γαλλικά

hiberner
01

χειμεριάζω, κάνω χειμερία νάρκη

passer l'hiver dans un état d'inactivité pour économiser de l'énergie
hiberner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
hiberne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
hibernons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
hibernerai
παθητική μετοχή
hiberné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
hibernions
Παραδείγματα
Les marmottes hibernent plusieurs mois chaque année.
Οι μαρμότες χειμεριάζουν για αρκετούς μήνες κάθε χρόνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store