Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'heure
01
ώρα, στιγμή
durée de soixante minutes ou moment précis indiqué sur une horloge dans une journée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
heures
Παραδείγματα
La réunion commence à cette heure.
Η συνάντηση αρχίζει αυτή την ώρα.
02
εποχή, αιώνας
période marquante dans le temps, caractérisée par des événements ou des changements importants
Παραδείγματα
C'était une grande heure pour la science.
Ήταν μια μεγάλη ώρα για την επιστήμη.



























