Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le harnais
[gender: masculine]
01
ιπποσκευή, σελάρι
ensemble de sangles et de pièces qui sert à équiper un cheval pour le monter, l'atteler ou le diriger
Παραδείγματα
Un harnais mal réglé peut gêner le cheval.
Ένα σαμάρι κακώς ρυθμισμένο μπορεί να ενοχλήσει το άλογο.
02
ζώνη αλεξιπτώτου, ζώνη για άλμα με αλεξίπτωτο
ensemble de sangles porté par une personne et relié à un parachute, servant à maintenir le corps et à assurer la sécurité lors du saut
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
harnais
Παραδείγματα
Le harnais maintient le corps pendant la descente en parachute.
Το ζωνάρι κρατά το σώμα κατά την κάθοδο με αλεξίπτωτο.



























