Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
handicapé
01
ανάπηρος, αναπήρων
qui présente une déficience physique ou mentale
Παραδείγματα
Mon voisin handicapé utilise un fauteuil roulant électrique.
Ο ανάπηρος γείτονάς μου χρησιμοποιεί ηλεκτρικό αναπηρικό καροτσάκι.
Le handicapé
[gender: masculine]
01
άτομο με αναπηρία, ανάπηρος
personne atteinte d'un handicap physique ou mental
Παραδείγματα
La mairie emploie plusieurs handicapés dans ses services.
Το δημαρχείο απασχολεί αρκετούς ανάπηρους στις υπηρεσίες του.



























