Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
handicapé
01
ανάπηρος, αναπήρων
qui présente une déficience physique ou mentale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
handicapé
αρσενικό πληθυντικό
handicapés
θηλυκό ενικό
handicapée
θηλυκό πληθυντικό
handicapées
θεματικό πεδίο
santé, condition, capacité
Παραδείγματα
Il est handicapé depuis son accident de voiture.
Είναι ανάπηρος από το ατύχημα του με το αυτοκίνητο.
Le handicapé
01
άτομο με αναπηρία, ανάπηρος
personne atteinte d'un handicap physique ou mental
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
handicapés
αρσενικό ενικό
handicapé
θηλυκό ενικό
handicapée
neutral form
personne en situation de handicap
Παραδείγματα
Le handicapé a besoin d'aide pour traverser la rue.
Ο ανάπηρος χρειάζεται βοήθεια για να διασχίσει τον δρόμο.
LanGeek



























