l'haltérophilie
Pronunciation
/alteʁɔfilˈi/

Ορισμός και σημασία του "haltérophilie"στα γαλλικά

L'haltérophilie
[gender: feminine]
01

άρση βαρών, βαροσταθμική

sport de force qui consiste à soulever des barres chargées de poids selon des techniques précises
l'haltérophilie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' haltérophilie féminine est de plus en plus médiatisée.
Η γυναικεία άρση βαρών γίνεται όλο και περισσότερο δημοσιοποιημένη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store