la halte
halte
’alt
αλτ
hallehaute

Ορισμός και σημασία του "halte"στα γαλλικά

01

pause effectuée au cours d'un déplacement avant de poursuivre sa route , -

γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Les randonneurs ont fait une halte près d'une rivière. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store