Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La gélule
01
κάψουλα, χάπι
petit médicament en forme de capsule contenant un liquide ou une poudre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gélules
Παραδείγματα
La gélule est facile à avaler pour les enfants.
Η κάψουλα είναι εύκολη στην κατάποση για τα παιδιά.



























