la lule
ʒɛ
zhe
lule
lyl
lyl

Ορισμός και σημασία του "gélule"στα γαλλικά

01

κάψουλα, χάπι

petit médicament en forme de capsule contenant un liquide ou une poudre 
la gélule definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gélules
Παραδείγματα
Elle avale une gélule chaque matin avec de l'eau. 

Καταπίνει μια κάψουλα κάθε πρωί με νερό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store