Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La gélatine
01
ζελατίνη, πηκτικό
substance gélifiante obtenue à partir de collagène animal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La gélatine est utilisée pour épaissir les desserts.
Η ζελατίνη χρησιμοποιείται για να πήξει τα επιδόρπια.
LanGeek



























