cher
gaa
cher
ʃe
she
gâcheur

Ορισμός και σημασία του "gâcher"στα γαλλικά

gâcher
01

به هدر دادن 

gâcher definition and meaning
Παραδείγματα
Je congèle les restes pour ne pas gâcher la nourriture. 
02

خراب کردن 

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
gâchant
παθητική μετοχή
gâché
Παραδείγματα
Il a gâché notre plaisir. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store