la guêpe
guêpe
gɛp
gep
crêpebicepssteppecep

Ορισμός και σημασία του "guêpe"στα γαλλικά

01

σφήκα, βέσπα

insecte volant au corps jaune et noir, capable de piquer et vivant souvent en colonie 
la guêpe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
guêpes
Παραδείγματα
Une guêpe tourne autour de la table du pique-nique. 

Μια σφήκα πετάει γύρω από το τραπέζι του πικνίκ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store