grossier
gross
gʀos
gros
ier
je
ye
grossir

Ορισμός και σημασία του "grossier"στα γαλλικά

01

خشن , -

γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό πληθυντικό
grossiers
θηλυκό ενικό
grossière
θηλυκό πληθυντικό
grossières
Παραδείγματα
C'est un homme si grossier. 
02

بی نزاکت , -

Παραδείγματα
Ne soyez pas grossier. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store