la griffure
gri
gʁɪ
gri
ffure
fʏʁ
fur

Ορισμός και σημασία του "griffure"στα γαλλικά

01

γρατζουνιά, ξέσπασμα

marque ou blessure laissée par les griffes d'un animal ou par un objet pointu 
la griffure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
griffures
Παραδείγματα
La griffure sur son bras est rouge et douloureuse. 

Το γδάρισμα στο μπράτσο της είναι κόκκινο και οδυνηρό.

02

γρατζουνιά, ξύσιμο

marque superficielle laissée sur une surface par un objet pointu ou rugueux 
la griffure definition and meaning
Παραδείγματα
La griffure sur la table est visible. 

Το γρατζούνισμα στο τραπέζι είναι ορατό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store