Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La grenade
01
χειροβομβίδα, χειροβομβίδα
engin explosif portatif
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
grenades
Παραδείγματα
Les forces armées utilisent différentes sortes de grenades.
Οι ένοπλες δυνάμεις χρησιμοποιούν διαφορετικά είδη χειροβομβίδων.
02
ρόδι, καρπός του ροδιού
fruit rouge avec de nombreuses graines juteuses
Παραδείγματα
Le goût de la grenade est à la fois sucré et acidulé.
Η γεύση του ρόδιου είναι ταυτόχρονα γλυκιά και ξινή.



























