Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gracieux
01
χαριτωμένος, κομψός
qui a de la grâce, de l'élégance dans les mouvements
Παραδείγματα
Les branches gracieuses du saule pleureur dansent avec le vent.
Οι κομψοί κλάδοι της κλαίουσας ιτιάς χορεύουν με τον άνεμο.



























