Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gracieux
01
χαριτωμένος, κομψός
qui a de la grâce, de l'élégance dans les mouvements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus gracieux
συγκριτικός βαθμός
plus gracieux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
gracieux
αρσενικό πληθυντικό
gracieux
θηλυκό ενικό
gracieuse
θηλυκό πληθυντικό
gracieuses
Παραδείγματα
Les branches gracieuses du saule pleureur dansent avec le vent.
Οι κομψοί κλάδοι της κλαίουσας ιτιάς χορεύουν με τον άνεμο.



























