Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gober
01
καταπίνω, καταβροχθίζω
avaler quelque chose très vite, sans prendre le temps de mâcher
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gobe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gobons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
goberai
παθητική μετοχή
gobé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gobions
Παραδείγματα
Il a gobé son sandwich en deux bouchées.
Κατάπιε το σάντουιτς του σε δύο μπουκιά.
02
καταπίνω, πιστεύω τυφλά
accepter une idée ou une histoire sans réfléchir
Παραδείγματα
Il a gobé toutes ses excuses.
Κατάπιε όλες τις δικαιολογίες του.



























