le glossaire
glo
glɔ
glaw
ssaire
sɛʁ
ser

Ορισμός και σημασία του "glossaire"στα γαλλικά

01

γλωσσάριο, λεξιλόγιο

liste de termes techniques ou difficiles, accompagnés d'explications simples, généralement placée à la fin d'un livre 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
glossaires
Παραδείγματα
Le glossaire définit les termes scientifiques du livre. 

Το γλωσσάριο ορίζει τους επιστημονικούς όρους στο βιβλίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store