Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gazouiller
01
κελαηδώ, τιτιβίζω
chanter légèrement et gaiement (pour les oiseaux, surtout les petits)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gazouille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gazouillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gazouillerai
ενεστώτα μετοχή
gazouillant
παθητική μετοχή
gazouillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gazouillions
Παραδείγματα
Les oiseaux gazouillent au lever du soleil.
Τα πουλιά κιλαϊδίζουν στην ανατολή του ήλιου.
02
ψελλίζω, κελαηδώ
parler doucement, gaiement, ou comme un bébé (babiller, murmurer joyeusement)
Παραδείγματα
Le bébé gazouille dans son berceau .
Το μωρό μουρμουρίζει στην κούνια του.



























