Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gaver
01
υπερφορτώνω, κορεσμός
fournir ou accumuler quelque chose en grande quantité
Παραδείγματα
La mémoire de l' ordinateur est gavée de fichiers inutiles.
Η μνήμη του υπολογιστή είναι γεμάτη με άχρηστα αρχεία.
02
ταΐζω με το ζόρι, υπερταΐζω
faire manger beaucoup à un animal, souvent pour le rendre gras
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gave
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gavons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gaverai
παθητική μετοχή
gavé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gavions
Παραδείγματα
Ils ont gavé les canards pendant plusieurs semaines.
Τάισαν με το ζόρι τις πάπιες για αρκετές εβδομάδες.
03
εξαντλώ, κουράζω
rendre quelqu'un très fatigué ou épuisé par une activité
Παραδείγματα
Le professeur a gavé les élèves avec trop d' exercices.
Ο δάσκαλος κούρασε τους μαθητές με πάρα πολλές ασκήσεις.



























