Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gaver
01
υπερφορτώνω, κορεσμός
fournir ou accumuler quelque chose en grande quantité
Παραδείγματα
Le marché est gavé de produits importés.
Η αγορά είναι γεμάτη με εισαγόμενα προϊόντα.
02
ταΐζω με το ζόρι, υπερταΐζω
faire manger beaucoup à un animal, souvent pour le rendre gras
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gave
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gavons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gaverai
παθητική μετοχή
gavé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gavions
Παραδείγματα
On gave les canards pour produire du foie gras.
Ταΐζουν με το ζόρι τις πάπιες για να παράγουν φουαγκρά.
03
εξαντλώ, κουράζω
rendre quelqu'un très fatigué ou épuisé par une activité
Παραδείγματα
Le travail constant l'a gavé.
Η συνεχής εργασία τον έκανε κουρασμένο.



























