le gaspillage
Pronunciation
/gaspijaʒ/

Ορισμός και σημασία του "gaspillage"στα γαλλικά

01

σπατάλη, σπατάλη πόρων

utilisation excessive ou inutile de ressources, d'argent ou de nourriture
le gaspillage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le gaspillage d' argent public a provoqué des scandales.
Η σπατάλη των δημοσίων χρημάτων προκάλεσε σκάνδαλα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store