le garagiste
garagiste
gaʁaʒɪst
garazhist

Ορισμός και σημασία του "garagiste"στα γαλλικά

01

μηχανικός, αυτοκινητομηχανικός

personne qui répare et entretient les véhicules dans un garage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
garagistes
Παραδείγματα
Le garagiste a réparé ma voiture en une heure. 

Ο μηχανικός επισκεύασε το αυτοκίνητό μου σε μία ώρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store