Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le garage
01
γκαράζ, αυτοκινητοστάσιο
espace couvert destiné à garer un ou plusieurs véhicules
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
garages
Παραδείγματα
Il gare sa voiture dans le garage tous les soirs.
Παρκάρει το αυτοκίνητό του στο γκαράζ κάθε βράδυ.
02
εργαστήριο επισκευής αυτοκινήτων, γκαράζ
atelier où l'on répare et entretient les voitures
Παραδείγματα
Ma voiture est au garage pour une révision.
Το αυτοκίνητό μου είναι στο γκαράζ για έλεγχο.



























