le garage
garage
gaʁaʒ
garazh
gavage

Ορισμός και σημασία του "garage"στα γαλλικά

01

γκαράζ, αυτοκινητοστάσιο

espace couvert destiné à garer un ou plusieurs véhicules 
le garage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
garages
Παραδείγματα
Il gare sa voiture dans le garage tous les soirs. 

Παρκάρει το αυτοκίνητό του στο γκαράζ κάθε βράδυ.

02

εργαστήριο επισκευής αυτοκινήτων, γκαράζ

atelier où l'on répare et entretient les voitures 
le garage definition and meaning
Παραδείγματα
Ma voiture est au garage pour une révision. 

Το αυτοκίνητό μου είναι στο γκαράζ για έλεγχο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store