Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le garage
[gender: masculine]
01
γκαράζ, αυτοκινητοστάσιο
espace couvert destiné à garer un ou plusieurs véhicules
Παραδείγματα
Le garage est fermé à clé pour plus de sécurité.
Το γκαράζ είναι κλειδωμένο για περισσότερη ασφάλεια.
02
εργαστήριο επισκευής αυτοκινήτων, γκαράζ
atelier où l'on répare et entretient les voitures
Παραδείγματα
Ce garage propose des services rapides.
Αυτό το γκαράζ προσφέρει γρήγορες υπηρεσίες.



























