Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le fût
01
βαρέλι, βαρέλι ξύλινο
récipient cylindrique utilisé pour stocker ou transporter des liquides, comme le vin, l'huile ou la bière
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fûts
Παραδείγματα
Le vin a vieilli dans un fût de chêne pendant plusieurs années.
Το κρασί ωρίμασε σε βαρέλι από δρυ για πολλά χρόνια.
02
κορμός κίονα, άξονας
section principale et allongée d'une colonne ou d'un tronc d'arbre, entre la base et le sommet
Παραδείγματα
Le fût de la colonne est sculpté de motifs complexes.
Ο κίονας της κολόνας είναι σκαλισμένος με περίπλοκα σχέδια.



























