Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fête
[gender: feminine]
01
πάρτι, γιορτή
moment de célébration avec des activités joyeuses
Παραδείγματα
La fête était très amusante et bien organisée.
Το πάρτι ήταν πολύ διασκεδαστικό και καλά οργανωμένο.



























