fu
fu
fy
φυ
te
τε
lutterchuterscruté

Ορισμός και σημασία του "futé"στα γαλλικά

01

πανούργος, έξυπνος

qui est malin, rusé ou ingénieux 
futé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus futé
συγκριτικός βαθμός
plus futé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
futé
αρσενικό πληθυντικό
futés
θηλυκό ενικό
futée
θηλυκό πληθυντικό
futées
θεματικό πεδίο
intelligence, caractère, comportement
Παραδείγματα
Il est très futé et trouve toujours des solutions. 

Είναι πολύέξυπνος και βρίσκει πάντα λύσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store