fumé
fumé
fyme
fyme
fumerfumée

Ορισμός και σημασία του "fumé"στα γαλλικά

01

καπνιστός, καπνιστή

aliment ayant été exposé à de la fumée, donnant un goût ou une odeur caractéristique 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fumé
αρσενικό πληθυντικό
fumés
θηλυκό ενικό
fumée
θηλυκό πληθυντικό
fumées
Παραδείγματα
Le saumon fumé est servi avec des câpres et des oignons. 

Ο καπνιστός σολομός σερβίρεται με κάπαρη και κρεμμύδια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store