Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frotter
01
τρίβω, σκουπίζω
appuyer et bouger quelque chose contre une surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
frotte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
frottons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
frotterai
ενεστώτα μετοχή
frottant
παθητική μετοχή
frotté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
frottions
Παραδείγματα
Elle frotte le sol avec une brosse.
Τρίβει το πάτωμα με μια βούρτσα.



























