frotter
Pronunciation
/fʀɔte/

Ορισμός και σημασία του "frotter"στα γαλλικά

frotter
01

τρίβω, σκουπίζω

appuyer et bouger quelque chose contre une surface
frotter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
frotte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
frottons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
frotterai
ενεστώτα μετοχή
frottant
παθητική μετοχή
frotté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
frottions
Παραδείγματα
Elle frotte le sol avec une brosse.
Τρίβει το πάτωμα με μια βούρτσα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store