le fromage
fro
fʁɔ
fraw
mage
maʒ
mazh
dommagehommage

Ορισμός και σημασία του "fromage"στα γαλλικά

01

τυρί

aliment fabriqué avec du lait, souvent solide et salé 
le fromage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fromages
Παραδείγματα
J'aime le fromage sur le pain. 

Μου αρέσει το τυρί στο ψωμί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store