Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fouille
01
ανασκαφή, σκάψιμο
action de creuser un terrain pour découvrir ou étudier des objets ou vestiges
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fouilles
Παραδείγματα
La fouille du site a révélé des poteries anciennes.
Η ανασκαφή του χώρου αποκάλυψε αρχαία κεραμικά.
02
έρευνα, έλεγχος
action d'examiner soigneusement pour découvrir quelque chose, souvent à des fins de sécurité ou d'enquête
Παραδείγματα
La fouille des bagages a été effectuée à l'aéroport.
Η έρευνα της αποσκευής πραγματοποιήθηκε στο αεροδρόμιο.



























