Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fosse d'orchestre
01
λακκούβα ορχήστρας, χαντάκι ορχήστρας
espace situé devant ou sous la scène où jouent les musiciens d'un orchestre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fosses d'orchestre
Παραδείγματα
Les musiciens jouent dans la fosse d'orchestre pendant l'opéra.
Οι μουσικοί παίζουν στην όρχηστρα κατά τη διάρκεια της όπερας.



























