Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fondre
01
λιώνω
passer de l'état solide à l'état liquide sous l'effet de la chaleur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fonds
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fondons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fondrai
ενεστώτα μετοχή
fondant
παθητική μετοχή
fondu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fondions
Παραδείγματα
Le fromage a fondu sur les pâtes chaudes.
02
λιώνω
passer de l'état solide à l'état liquide sous l'effet de la chaleur
Παραδείγματα
Le beurre a fondu à température ambiante.
Το βούτυρο λιώσει σε θερμοκρασία δωματίου.
03
συντήκονται, συγχωνεύονται
disparaître progressivement dans son environnement
Παραδείγματα
Ses larmes se fondaient avec la pluie.
Τα δάκρυά της χάνονταν στη βροχή.



























