le foc
foc

Ορισμός και σημασία του "foc"στα γαλλικά

01

voile triangulaire placée à l'avant d'un voilier, devant le mât principal , -

γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le foc est gonflé par le vent. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store