le fleuve
Pronunciation
/flœv/

Ορισμός και σημασία του "fleuve"στα γαλλικά

01

ποτάμι, ρεύμα

cours d'eau important qui se jette dans la mer ou l'océan
le fleuve definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fleuves
Παραδείγματα
Les crues du fleuve causent parfois des inondations.
Οι πλημμύρες του ποταμού προκαλούν μερικές φορές πλημμύρες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store