Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fiscal
01
φορολογικός, δημοσιονομικός
qui concerne les impôts, les finances publiques ou la fiscalité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fiscal
αρσενικό πληθυντικό
fiscaux
θηλυκό ενικό
fiscale
θηλυκό πληθυντικό
fiscales
Παραδείγματα
Il est responsable de la gestion fiscale de l' entreprise.
Είναι υπεύθυνος για τη φορολογική διαχείριση της εταιρείας.



























