fiscal
fis
fɪs
φισ
cal
kal
καλ

Ορισμός και σημασία του "fiscal"στα γαλλικά

01

φορολογικός, δημοσιονομικός

qui concerne les impôts, les finances publiques ou la fiscalité 
fiscal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fiscal
αρσενικό πληθυντικό
fiscaux
θηλυκό ενικό
fiscale
θηλυκό πληθυντικό
fiscales
θεματικό πεδίο
économie, administration, droit
Παραδείγματα
Le gouvernement a annoncé une réforme fiscale importante. 

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε μια σημαντική φορολογική μεταρρύθμιση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store