la firme
firme
fɪʁm
firm
formefrimeferme

Ορισμός και σημασία του "firme"στα γαλλικά

01

εταιρεία, επιχείρηση

organisation qui exerce une activité économique ou commerciale 
la firme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
firmes
Παραδείγματα
La firme a ouvert un nouveau bureau à Singapour. 

Η εταιρεία άνοιξε ένα νέο γραφείο στη Σιγκαπούρη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store