Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
filmer
01
γυρίζω ταινία, καταγράφω
enregistrer des images ou une scène avec une caméra
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
filme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
filmons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
filmerai
ενεστώτα μετοχή
filmant
παθητική μετοχή
filmé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
filmions
Παραδείγματα
Il filme le mariage de son ami.
Γυρίζει τον γάμο του φίλου του.



























