Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fidélité
01
αφοσίωση, πιστότητα
le fait de rester loyal envers quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Leur fidélité à la tradition est admirable.
Η πιστότητα τους στην παράδοση είναι αξιοθαύμαστη.



























