la fidélité
Pronunciation
/fidelite/

Ορισμός και σημασία του "fidélité"στα γαλλικά

01

αφοσίωση, πιστότητα

le fait de rester loyal envers quelqu'un ou quelque chose
la fidélité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Leur fidélité à la tradition est admirable.
Η πιστότητα τους στην παράδοση είναι αξιοθαύμαστη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store