Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fidèle
01
πιστός, πιστευτικός
qui reste attaché ou loyal envers quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus fidèle
συγκριτικός βαθμός
plus fidèle
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fidèle
αρσενικό πληθυντικό
fidèles
θηλυκό ενικό
fidèle
θηλυκό πληθυντικό
fidèles
Παραδείγματα
Il est fidèle à ses amis depuis toujours.
Είναι πιστός στους φίλους του από πάντα.
02
πιστός, προσκολλημένος
qui reste constant, loyal ou attaché à quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
Il est un client fidèle de ce café depuis dix ans.
Είναι πιστός πελάτης αυτού του καφενείου εδώ και δέκα χρόνια.
Le fidèle
01
πιστός, ακόλουθος
qui croit et suit les principes d'une religion ou d'une foi
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fidèles
Παραδείγματα
Elle est fidèle à sa religion depuis son enfance.
Είναι πιστή στη θρησκεία της από την παιδική της ηλικία.



























