fidèle
Pronunciation
/fidɛl/

Ορισμός και σημασία του "fidèle"στα γαλλικά

01

πιστός, πιστευτικός

qui reste attaché ou loyal envers quelqu'un ou quelque chose
fidèle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus fidèle
συγκριτικός βαθμός
plus fidèle
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fidèle
αρσενικό πληθυντικό
fidèles
θηλυκό ενικό
fidèle
θηλυκό πληθυντικό
fidèles
Παραδείγματα
Il est fidèle dans ses engagements professionnels.
Πιστός στις επαγγελματικές του δεσμεύσεις.
02

πιστός, προσκολλημένος

qui reste constant, loyal ou attaché à quelqu'un ou quelque chose
fidèle definition and meaning
Παραδείγματα
Les membres fidèles du club participent à toutes les réunions.
Τα πιστά μέλη του συλλόγου συμμετέχουν σε όλες τις συναντήσεις.
Le fidèle
[gender: masculine]
01

πιστός, ακόλουθος

qui croit et suit les principes d'une religion ou d'une foi
le fidèle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fidèles
Παραδείγματα
Elle reste fidèle aux enseignements de sa foi.
Παραμένει πιστή στις διδασκαλίες της πίστης της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store