Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
festif
01
εορταστικός, χαρούμενος
qui est propre à une fête, à une célébration ou à un moment joyeux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
festif
αρσενικό πληθυντικό
festifs
θηλυκό ενικό
festive
θηλυκό πληθυντικό
festives
Παραδείγματα
L'ambiance était très festif lors du mariage.
Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ εορταστική στο γάμο.



























