Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
festif
01
εορταστικός, χαρούμενος
qui est propre à une fête, à une célébration ou à un moment joyeux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
festif
αρσενικό πληθυντικό
festifs
θηλυκό ενικό
festive
θηλυκό πληθυντικό
festives
Παραδείγματα
Elle portait un vêtement festif pour la fête.
Φορούσε ένα εορταστικό ρούχο για το πάρτι.



























