festif
festif
fɛst͡sif
festsif

Ορισμός και σημασία του "festif"στα γαλλικά

01

εορταστικός, χαρούμενος

qui est propre à une fête, à une célébration ou à un moment joyeux 
festif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
festif
αρσενικό πληθυντικό
festifs
θηλυκό ενικό
festive
θηλυκό πληθυντικό
festives
Παραδείγματα
L'ambiance était très festif lors du mariage. 

Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ εορταστική στο γάμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store