Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fertiliser
01
λιπαίνω, εξοπλίζω με λίπασμα
enrichir le sol pour le rendre plus productif
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fertilise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fertilisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fertiliserai
ενεστώτα μετοχή
fertilisant
παθητική μετοχή
fertilisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fertilisions
Παραδείγματα
Ce procédé moderne fertilise rapidement les terrains pauvres.
Αυτή η σύγχρονη διαδικασία λιπαίνει γρήγορα τις φτωχές εκτάσεις.
02
λιπαίνω, γονιμοποιώ
rendre apte à se développer
Παραδείγματα
Le laboratoire a réussi à fertiliser l' embryon artificiellement.
Το εργαστήριο κατάφερε να γονιμοποιήσει το έμβρυο τεχνητά.



























