Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fertiliser
01
λιπαίνω, εξοπλίζω με λίπασμα
enrichir le sol pour le rendre plus productif
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fertilise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fertilisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fertiliserai
ενεστώτα μετοχή
fertilisant
παθητική μετοχή
fertilisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fertilisions
Παραδείγματα
Les agriculteurs fertilisent leurs champs au printemps.
Οι αγρότες λιπαίνουν τα χωράφια τους την άνοιξη.
02
λιπαίνω, γονιμοποιώ
rendre apte à se développer
Παραδείγματα
Le pollen fertilise l'ovule de la plante.
Η γύρη γονιμοποιεί το ωάριο του φυτού.



























