la façade
façade
fasad
fasad

Ορισμός και σημασία του "façade"στα γαλλικά

01

πρόσοψη, μπροστινή πλευρά

face extérieure d'un bâtiment, en particulier celle qui donne sur la rue, souvent conçue de manière architecturale et décorative. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
façades
Παραδείγματα
La façade de l'immeuble a été rénovée. 

Η πρόσοψη του κτιρίου ανακαινίστηκε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store