Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fausse couche
[gender: feminine]
01
αυτόματη έκτρωση, απώλεια εγκυμοσύνης
perte spontanée d'un embryon ou d'un fœtus avant la 20ᵉ semaine de grossesse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fausses couches
Παραδείγματα
La fausse couche est une expérience douloureuse tant physiquement que moralement.
Η αποβολή είναι μια οδυνηρή εμπειρία τόσο σωματικά όσο και ηθικά.



























