Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le faucon
01
γεράκι, ημεραρχείο αρπακτικό πτηνό
oiseau de proie diurne, rapide et agile, utilisé parfois pour la fauconnerie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
faucons
Παραδείγματα
Le faucon plonge pour attraper sa proie.
Το γεράκι βουτάει για να πιάσει το θήραμά του.
02
γεράκι, γεράκι (πολιτικός)
personne qui soutient les actions militaires ou les politiques agressives
Παραδείγματα
Le politicien est un faucon et encourage les interventions militaires.
Ο πολιτικός είναι γεράκι και ενθαρρύνει τις στρατιωτικές επεμβάσεις.



























