fauché
Pronunciation
/foʃe/

Ορισμός και σημασία του "fauché"στα γαλλικά

01

χωρίς χρήματα, απένταρος

se dit de quelqu'un qui est momentanément ou complètement sans argent
fauché definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus fauché
συγκριτικός βαθμός
plus fauché
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fauché
αρσενικό πληθυντικό
fauchés
θηλυκό ενικό
fauchée
θηλυκό πληθυντικό
fauchées
Παραδείγματα
T' as dix euros à me prêter ? Je suis fauché.
Έχεις δέκα ευρώ να μου δανείσεις; Είμαι απένταρος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store