Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fauché
01
χωρίς χρήματα, απένταρος
se dit de quelqu'un qui est momentanément ou complètement sans argent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus fauché
συγκριτικός βαθμός
plus fauché
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fauché
αρσενικό πληθυντικό
fauchés
θηλυκό ενικό
fauchée
θηλυκό πληθυντικό
fauchées
Παραδείγματα
T' as dix euros à me prêter ? Je suis fauché.
Έχεις δέκα ευρώ να μου δανείσεις; Είμαι απένταρος.



























